Όλοι έχουν από’να βίτσιο. Το δικό μου ήσουν εσύ. Εσύ
ήσουν ο έρωτας ο ίδιος. Καθώς
τριγύρναγες στην πόλη πάνω στο παμπάλαιο ποδήλατο σου που τ’ άκουγα πριν ακόμα
στρίψεις στην γωνία. Είχα βάλει μια φωτογραφία σου σ’ ένα όμορφο κάδρο που στη
μια γωνία του είχε ζωγραφισμένο τον «Μικρό Πρίγκιπα» και πίσω από την φωτογραφία
είχες γράψει με την αγαπημένη σου πένα, εκείνη που σου χάρισε ο παππούς σου:
΄΄Για να χαμογελάς όταν την βλέπεις όπως
χαμογελώ όταν σε βλέπω εγώ, αχ, ηλιαχτίδα μου΄΄ . Θυμάμαι τις διακοπές μας στο Παρίσι.
Στο μουσείο του Λούβρου σ’ έχασα καθώς χάζευες για ώρες τους πίνακες. Όταν καθίσαμε
να φάμε γύρισες και μου είπες ΄΄πάνω
στον καμβά έβαλαν την ψυχή τους, το χωράει ο νους σου ηλιαχτίδα μου;΄΄ και θα ‘βαζα
στοίχημα ότι δάκρυσες εκείνη την στιγμή. Σου έπιασα το χέρι και αισθάνθηκα την συγκίνηση
σου. Μετά πήγαμε στον Πύργο του Άιφελ. Εγώ σου γκρίνιαζα και ήθελα να ανέβουμε.
Εσύ με είπες ΄΄χαζοτουρίστρια΄΄ και γέλασες. Λίγους μήνες μετά , μετακόμισες
στο Παρίσι. Ανέβηκες στον Πύργο του Άιφελ.
΄΄χαζοτουρίστα΄΄σκέφτηκα αλλά δε στο ‘πα. Δεν ήθελα, βλέπεις, να καταλάβεις ότι
με πείραξε. Ένα βράδυ στο Βερολίνο, θυμάμαι ήπιαμε πολύ κρασί και μιλάγαμε και
οι δυο ασταμάτητα. ΄΄Τι θα ‘θελες να κάνεις τώρα; οτιδήποτε!΄΄ με ρώτησες. Έβγαλα
το κόκκινο κραγιόν από την τσάντα μου κι έγραψα σ ένα τοίχο ΄΄ήμασταν εδώ κι οι
ήμασταν ερωτευμένοι. Τόσο που δεν αρκούσε να το ξέρουμε εμείς. Έπρεπε να το
μάθετε κι όλοι εσείς΄΄ Χαμογέλασες. Και
με φίλησες. ΄΄εγώ ξέρεις τι θα ‘θελα να κάνω;΄΄ με ρώτησες. Και πριν προλάβω να
σου απαντήσω, με έπιασες από το χέρι, με τράβηξες στη μέση του δρόμου και αρχίσαμε
να χορεύουμε ταγκό. ΄΄Σαν ταινία του Hollywood΄΄σου είπα ψιθυριστά. ΄΄είμαστε οι πιο τέλειοι πρωταγωνιστές,
χωρίς αμφιβολία, ηλιαχτίδα μου΄΄ απάντησες ακόμα πιο χαμηλόφωνα. Ένα αμάξι πέρασε
και μας κόρναρε. Με τράβηξες στην άκρη καθώς ο οδηγός μας έβριζε στα Γερμανικά.
Γελάσαμε μέχρι δακρύων. Όταν γυρίσαμε στην Θεσσαλονίκη, ήμουν γεμάτη αναμνήσεις, αλλά
αυτή που με έκανε να χαμογελάω πάντα ήταν η ανάμνηση εκείνης της βραδιάς. ΄΄Σαν
να την βαρέθηκα πια αυτήν την πόλη΄΄ σου είπα μια μέρα. Με κοίταξες θυμωμένα ΄΄Τότε
να σου την ξανασυστήσω΄΄ είπες αυταρχικά. Βάλαμε τα πιο άνετα παπούτσια μας,
ανεβήκαμε στα ποδήλατα και βγήκαμε έξω. Εσύ μπροστά και γω ακολουθούσα, όπως πάντα.
Πρώτα πήγαμε στην παραλία. Οδηγούσαμε και τραγουδούσαμε δυνατά παλιά τραγούδια.
Μετά πήγαμε στην Ναβαρίνου και ξαπλώσαμε σ ένα πέτρινο τοιχάκι κοιτώντας τα αστέρια.
Ένα ζητιάνος μας ζήτησε ένα ευρώ. Του ‘δωσες δύο. Σε φίλησα. Πήγαμε στην
Αριστοτέλους. Κάτσαμε σ’ ένα παγκάκι, φάγαμε σουβλάκια και χαζεύαμε τον κόσμο. Ύστερα
κάτσαμε κάτω από το άγαλμα του Βενιζέλου. Έβγαλες ένα μπλοκάκι και μολύβι και με ζωγράφισες εκεί, να κάθομαι. ΄΄
Ένα υπέροχο κορίτσι κάτω από ένα άγαλμα, αυτό κι αν είναι ωραίο θέαμα ΄΄ είπες.
΄΄Γειά σου Σαλονίκη. Μόλις σε ξαναερωτεύτηκα ! ΄΄ φώναξα δυνατά. Κάτι παππούδες
γύρισαν και με κοίταξαν αυστηρά. Εσύ
τους έπιασες την κουβέντα. Πάντα σ’ άρεσε να μιλάς με κόσμο που δεν θα
ξανάβλεπες ποτέ. Σε τρένα, στάσεις
λεωφορείων, ακόμη και στο περίπτερο. Ο ένας παππούλης μας έλεγε ιστορίες για
τότε που ήταν νέος. Ακούγαμε μαγνητισμένοι. Μας είπε για την γυναίκα του, που
είχε πεθάνει πια. Είπε ότι ήταν το πιο όμορφο κορίτσι στην γειτονιά. Είχε
μακριά, μαύρα μαλλιά κι ήταν αδύνατη σαν κλαράκι, εύθραυστη αλλά με το πιο
αυθάδικο βλέμμα. Και τα απογεύματα
καθόταν στην αυλή του σπιτιού της και έπαιζε με το βιολί τα πιο λυπητερά
τραγούδια. Δεν έπαψε ποτέ να παίζει, είπε
ο παππούς νοσταλγικά, μέχρι και τα στερνά της αυτή το βιολί της. Γελάσαμε όλοι.
Εσύ πιο πολύ. Εκείνο το βράδυ, όταν γυρίσαμε σπίτι, πήρες την ζωγραφιά που
είχες κάνει και έγραψες από πίσω την ημερομηνία και από κάτω πρόσθεσες λίγες
λέξεις. «Μια πλατεία. Ένα άγαλμα. Ένας παππούς. Ένα βιολί. Και το κορίτσι μου».
Πήρα το σχέδιο και το ‘βαλα στο πορτοφόλι μου. Το έχω πάντα μαζί μου. Εκείνο το
καλοκαίρι τι ωραία περάσαμε! Ήμασταν μόνο εμείς στον κόσμο. Πήγαμε και στην
θάλασσα, στην Κέρκυρα, για μπάνιο. Κάτσαμε τρεις μέρες,λεφτά πολλά δεν είχαμε
τότε. Τα βράδια καθόμασταν στην παραλία, είχε λίγο κρύο κι εσύ άναβες φωτιά για
να ζεσταθούμε. Μια μέρα πήγαμε στο παλάτι της πριγκίπισσας Σίσσι. ΄΄Θα μ’ άρεσε
να είμαι πριγκίπισσα΄΄ σου είπα. ΄΄Θα βαριόσουν μέχρι θανάτου΄΄ μου απάντησες
κι έφυγες από το δωμάτιο. Ύστερα αγόρασα μια μάσκα Βενετσιάνικη από ένα
μικροπωλητή, θυμάσαι; Στην αρχή με κορόιδευες, μα εγώ δεν πτοήθηκα. Έβαλα ένα
άσπρο φόρεμα και την μάσκα και άρχισα να χορεύω σαν παλιά αριστοκράτισσα. Πήρες
την κάμερα και άρχισες να με τραβάς, καθώς χόρευα. Την είδα πρόσφατα αυτήν την
κασέτα και, αγάπη μου, όντως φαινόμουν όμορφη σαν πριγκίπισσα. Γι’ αυτό μ’
ερωτεύτηκες, γιατί ήμουν όμορφη; Εγώ πάντως σ’ ερωτεύτηκα γιατί όταν γελούσες
ήσουν πιο όμορφος απ’ ότι όταν ήσουν σοβαρός. Μετά από κείνο το καλοκαίρι
χαθήκαμε σιγά-σιγά. Και τελικά χαθήκαμε τελείως. Έτσι τα ‘φερε η ζωή. Αλλά
πάντα θα είμαι ηλιαχτίδα. Δική σου. Πάντα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου