Η αμήχανη στιγμή που ερωτεύεσαι έναν ιπποπόταμο δεν ξεχνιέται.Απλώνεις την αρίδα σου κάπου με ένα πoτό στο ένα χέρι και ένα τσιγάρο στο άλλο και παρατηρείς γύρω σου την άγρια φύση.Και τότε σκάει,ανάμεσα σε άγρια λιοντάρια,ύπουλους πύθωνες και χαριτωμένα φλαμίνγκο,ένας ιπποπόταμος.Κοιτάει τριγύρω.Στο χέρι ένα μπουκάλι ουίσκι.Το ξεβιδώνει,ρουφάει μερικές γουλιές περιποιημένες,εκπνέει αλκοόλ και τσιγαρίλα.Και σε κοιτάει μες στα μάτια γελώντας.Τα χείλη του δεν κουνιούνται καν,αλλά εσύ το ξέρεις οτι γελάει από μέσα του,σχεδόν ξεκαρδίζεται.Και είναι αυτό το κούφιο γέλιο που σου τσιμπάει την καρδιά ή το στομάχι ή το έντερο.Και σου 'ρχεται να κλάψεις γοερά,να γελάσεις ηχηρά,να ουρλιάξεις σαν το λύκο της στέπας.Εν τέλει δεν κάνεις τίποτα,μόνο κοιτάς αυτό το σπάνιο είδος παχύδερμου και τα μάτια σου βγάζουν σπίθες.Η ώρα έχει πάει αργά,το ποτό άδειασε,τα τσιγάρα δανεικά κι αγύριστα πλέον,και συ,μια καταπιεσμένη ιγκουάνα,προσαρμόζεσαι στο χώρο,στο χορό,στη μουσική.Σε παρασύρουν τα τύμπανα και σε καυλώνει το μπάσο.Ιπποπόταμε,για κοίτα λίγο εδώ χάμο σε παρακαλώ!Στο εντωμεταξύ,ένα κοπάδι άγριες αντιλόπες περιτριγυρίζουν τον ιπποπόταμο σου και τον αγγίζουν με τα κέρατα τους,η ηδονή ξεχύνεται στην ατμόσφαιρα,τον θέλουν όλες.Θέλουν να τρυπήσουν τις βρωμερές στοιβάδες δέρματος και να φτάσουν στα ενδότερα,στο τρυφερό ροζ μέσα του.Αυτός όμως ούτε λίγο δεν νοιάζεται.Εσύ,ένα ιγκουάνα καθισμένο στο γκρι πεζούλι,αόρατο για όλους.Γιατί,όπως όλοι ξέρουν,τα ιγκουάνα παίρνουν το χρώμα του αντικειμένου στο οποίο κάθονται.Έτσι,εσύ,ένα γκρι ιγκουάνα,μπορείς μόνο να παρατηρείς τη σκηνή που εκτυλίσσεται μπροστά σου,του πολυαγαπημένου σου ιπποπόταμου,έρμαιο στα χέρια αδηφάγων αντιλοπών.Όμως κάτι μέσα σου σου λέει οτι το φχαριστιέται ο άτιμος.Ότι το θέλει ακράδαντα,να τον ταλαιπωρούν έτσι,κι εσύ,απλός θεατής,να βλέπεις.Αργά αργά σέρνεσαι προς ένα πράσινο φύλλο,τέτοιο χρώμα να πάρεις,να ταιριάζει με τα μέσα σου.Μόλις όμως γυρνάς την πλάτη να φύγεις,ο ιπποπόταμος της καρδιάς σου αρχίζει να περπατά κι αυτός.Σταματάς.Σταματά.Κι οι αντιλόπες γύρω του.Άραγε μόνο έτσι έχει αξία να σε θέλουν άλλες υπάρξεις του ζωικού βασιλείου;Μόνο αν είσαι στο οπτικό πεδίο μιας μικρής,ήσυχης,σχεδόν άφαντης,ιγκουάνα;Νωχελικά,ο ιπποπόταμος φεύγει,τέλος η παράσταση γι απόψε,ευχαριστούμε που πήρατε μέρος στο διαδραστικό μας παιχνίδι.Μένεις μόνη και παίρνεις το καφέ χρώμα του δέντρου,το γκρι της απουσίας,το μαύρο της μοναξιάς.Και η νύχτα βυθίζεται σε μια εκκωφαντική σιωπή..
Zan
Τρίτη 15 Ιουλίου 2014
Κυριακή 6 Ιουλίου 2014
Some grey eyes are plain-they take you to trips
Αφήγηση;
Καμιά φορά,τα πιο βαρετά απογεύματα σε ωθούν στις πιο παράλογες πράξεις.Αυτό το απόγευμα,ήταν ένα απ'αυτά που κοιμούνται μέχρι και τα τζιτζίκια.
Σκηνή πρώτη-και τελευταία
Ένα κορίτσι μέσα στο σπίτι της
Χτενίζει τα μαλλιά της,πηγαίνει σχεδόν γυμνή στον καθρέφτη,πλένει τα δόντια της,βάφει τις βλεφαρίδες της και βάζει λίγο κόκκινο κραγιόν.Γυρνάει νωχελικά στο δωμάτιο,κάθεται στο κρεβάτι μπροστά από το λαπτοπ.Ξεφυσά,σηκώνεται,πάει μπροστά στη ντουλάπα.Διαλέγει ένα μαύρο φόρεμα και φοράει και ένα ζευγάρι πάνινα παπούτσια.Βγαίνει απ'το σπίτι με τα ακουστικά στα αυτιά,παίζει τέρμα το Born Slippy καθώς το κορίτσι κάθεται σε ενα παγκάκι μπροστά απο τη στάση και στρίβει τσιγάρο.
Μπαίνει στο λεωφορείο που καταφθάνει,δέκα λεπτά μετά κατεβαίνει στον προορισμό της.Μπαίνει σε ένα παλιό κτίριο,ανοίγει με ένα μεγάλο κλειδί ασφαλείας την πόρτα.Ένα αγόρι αράζει στο πάτωμα.Καπνίζει κι αυτός στριφτό τσιγάρο και πίνει φθηνή μπύρα από ένα τεράστιο δίλιτρο μπουκάλι.Αυτή τον φιλάει στο μέτωπο,μετά στη μύτη και τέλος στα χείλη.Το αγόρι μένει ανέκφραστο.
Κορίτσι:Έφαγες;
Το αγόρι γνέφει αρνητικά και τραβάει μια γερή τζούρα
Αυτή πηγαίνει στην κουζίνα και παίρνει μια κατσαρόλα.Την γεμίζει νερό και ρίχνει μέσα μακαρόνια.Τα μαγειρεύει και του τα δίνει.Αυτός τσιμπολογάει λιγο και έπειτα σπρώχνει το πιάτο σαν κακομαθημένο παιδί.Η κοπέλα κλαίει σιωπηλά στην κουζίνα.Τον ξαναφιλάει πριν φύγει,καμία αντίδραση.Το κορίτσι κατεβαίνει τις σκάλες θυμωμένο.Παίρνει μια ρετσίνα από το περίπτερο,την πίνει όσο πιο γρήγορα μπορεί,γυρνώντας σπίτι με τα πόδια.Μπαίνει στο δωμάτιο της,βάζει το Trainspotting να παίζει και μισοξαπλώνει.Στρίβει άλλο ένα τσιγάρο και το καπνίζει νωχελικά.Δίπλα της,το κινητό αναβοσβήνει,σήμαδι οτι το αγόρι συνήλθε και της τηλεφωνεί.Αυτή απλά δεν το σηκώνει.Τέλος σκηνής.
Δες την τώρα την ωραία φιμωμένη
Δείχνει άφθαρτη μα είναι πάντα κλαμμένη
Τα ατέλειωτα βράδια πως την ταράζουν
Και τα άγρια πνεύματα την εξουσιάζουν
Κάθε μέρα σαν ξυπνάει τα ξέρει όλα
Κάθε θλίψη χαμένη στην κατσαρόλα
Παντού μοιράζει λίγη απ'την αυθάδεια της
Μες στην ταραχή χτενίζει τα μαλλιά της
Γιάτι ξέρει πως όλα κρίνονται απ'το έξω που πουλάς
Αν το δώσεις ακριβά,παραπάνω θα μετράς
Κι αν το ξεπουλήσεις για λιγάκι πάθος
Θα'σαι αποτυχημένη,ονειροπόλα και κομπάρσος
Κι η ωραία κοιμωμένη στρίβει τσιγάρο
Είχε κάποια ιδανικά μα τα παράτησε χάμο
Κάποιες μέρες μοιάζουν καλύτερες απ'τις άλλες
Μα δυστυχώς οι περισσότερες είναι τόσο μεγάλες
Κι αν το στόμα της τώρα κρατάει κλειστό
Το μυαλό δουλεύει βάρδιες και μένει πάντα ανοιχτό
Γιατί κανείς δεν τους γουστάρει τους ξερόλες
Μ'αλίμονο αν αντιληφθεί πως ''έπεσε'' για μία απ'τις ονειροπόλες
Καμιά φορά,τα πιο βαρετά απογεύματα σε ωθούν στις πιο παράλογες πράξεις.Αυτό το απόγευμα,ήταν ένα απ'αυτά που κοιμούνται μέχρι και τα τζιτζίκια.
Σκηνή πρώτη-και τελευταία
Ένα κορίτσι μέσα στο σπίτι της
Χτενίζει τα μαλλιά της,πηγαίνει σχεδόν γυμνή στον καθρέφτη,πλένει τα δόντια της,βάφει τις βλεφαρίδες της και βάζει λίγο κόκκινο κραγιόν.Γυρνάει νωχελικά στο δωμάτιο,κάθεται στο κρεβάτι μπροστά από το λαπτοπ.Ξεφυσά,σηκώνεται,πάει μπροστά στη ντουλάπα.Διαλέγει ένα μαύρο φόρεμα και φοράει και ένα ζευγάρι πάνινα παπούτσια.Βγαίνει απ'το σπίτι με τα ακουστικά στα αυτιά,παίζει τέρμα το Born Slippy καθώς το κορίτσι κάθεται σε ενα παγκάκι μπροστά απο τη στάση και στρίβει τσιγάρο.
Μπαίνει στο λεωφορείο που καταφθάνει,δέκα λεπτά μετά κατεβαίνει στον προορισμό της.Μπαίνει σε ένα παλιό κτίριο,ανοίγει με ένα μεγάλο κλειδί ασφαλείας την πόρτα.Ένα αγόρι αράζει στο πάτωμα.Καπνίζει κι αυτός στριφτό τσιγάρο και πίνει φθηνή μπύρα από ένα τεράστιο δίλιτρο μπουκάλι.Αυτή τον φιλάει στο μέτωπο,μετά στη μύτη και τέλος στα χείλη.Το αγόρι μένει ανέκφραστο.
Κορίτσι:Έφαγες;
Το αγόρι γνέφει αρνητικά και τραβάει μια γερή τζούρα
Αυτή πηγαίνει στην κουζίνα και παίρνει μια κατσαρόλα.Την γεμίζει νερό και ρίχνει μέσα μακαρόνια.Τα μαγειρεύει και του τα δίνει.Αυτός τσιμπολογάει λιγο και έπειτα σπρώχνει το πιάτο σαν κακομαθημένο παιδί.Η κοπέλα κλαίει σιωπηλά στην κουζίνα.Τον ξαναφιλάει πριν φύγει,καμία αντίδραση.Το κορίτσι κατεβαίνει τις σκάλες θυμωμένο.Παίρνει μια ρετσίνα από το περίπτερο,την πίνει όσο πιο γρήγορα μπορεί,γυρνώντας σπίτι με τα πόδια.Μπαίνει στο δωμάτιο της,βάζει το Trainspotting να παίζει και μισοξαπλώνει.Στρίβει άλλο ένα τσιγάρο και το καπνίζει νωχελικά.Δίπλα της,το κινητό αναβοσβήνει,σήμαδι οτι το αγόρι συνήλθε και της τηλεφωνεί.Αυτή απλά δεν το σηκώνει.Τέλος σκηνής.
Δες την τώρα την ωραία φιμωμένη
Δείχνει άφθαρτη μα είναι πάντα κλαμμένη
Τα ατέλειωτα βράδια πως την ταράζουν
Και τα άγρια πνεύματα την εξουσιάζουν
Κάθε μέρα σαν ξυπνάει τα ξέρει όλα
Κάθε θλίψη χαμένη στην κατσαρόλα
Παντού μοιράζει λίγη απ'την αυθάδεια της
Μες στην ταραχή χτενίζει τα μαλλιά της
Γιάτι ξέρει πως όλα κρίνονται απ'το έξω που πουλάς
Αν το δώσεις ακριβά,παραπάνω θα μετράς
Κι αν το ξεπουλήσεις για λιγάκι πάθος
Θα'σαι αποτυχημένη,ονειροπόλα και κομπάρσος
Κι η ωραία κοιμωμένη στρίβει τσιγάρο
Είχε κάποια ιδανικά μα τα παράτησε χάμο
Κάποιες μέρες μοιάζουν καλύτερες απ'τις άλλες
Μα δυστυχώς οι περισσότερες είναι τόσο μεγάλες
Κι αν το στόμα της τώρα κρατάει κλειστό
Το μυαλό δουλεύει βάρδιες και μένει πάντα ανοιχτό
Γιατί κανείς δεν τους γουστάρει τους ξερόλες
Μ'αλίμονο αν αντιληφθεί πως ''έπεσε'' για μία απ'τις ονειροπόλες
Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014
Bon voyage,my tabula rasa
Τα μάτια σου χιόνιζαν μες στο κατακαλόκαιρο.Τις περισσότερες μέρες έψαχνα να βρω το βλέμμα σου,άλλα δεν πιανόσουν από πουθενά.Ατένιζες τον ορίζοντα,μα δεν εστίαζες κάπου.Μου μίλησες και η ανάσα σου απέπνεε Ευρώπη.Κανένας σαν εσένα δε μένει σ'αυτή την καταραμένη χώρα για πολύ.Κάποια βράδια γινόμουν η μούσα σου κι ήλπιζα να παίξεις το παιχνίδι.Έγραφες με σπρέυ το όνομα και την ηλικία μου,κι έπειτα τα έσβηνες και έμενα ανώνυμη και άσπιλη σαν άγραφο χαρτί.Κάποια απογεύματα πάλι,κυλούσες στα πλακόστρωτα,σκαρφάλωνες στις ράμπες και μου'δινες επίπονες ελπίδες.Με το πέρας τών μήνων,θα σου βρέχει ασταμάτητα τους καμβάδες το ψιλόβροχο.Και ποτέ δε θα μάθεις ευτυχώς αυτά που μου προκάλεσες,τις ανομβρίες που με μούδιαζαν μερικά πρωινά και τις πλημμύρες που μου ξέσκιζαν τις νύχτες.
Σάββατο 24 Μαΐου 2014
Inderlude for a city boy
Κάθισες δίπλα μου,η ανάσα σου μύριζε ''Βεργίνα''.Δεν με ενόχλησε,μου ήταν οικεία,πιό οικεία απ'το να μύριζε μέντα.Ταίριαζε καλύτερα με τη δική μου που μύριζε βότκα.Θυμήθηκα κάτι που είχα διαβάσει σε ένα βιβλίο του Tom Robbins:<<Η μπύρα όμως δεν μπορεί να ικανοποιήσει τη μαγεία.Έτσι η μαγεία παράγγειλε και ενα γύρο βότκα.Αλλά η μαγεία χρειάζεται κάτι παραπάνω από βότκα.Χρειάζεται ρίσκα.Χρειάζεται ΑΚΡΑΙΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ>>.Στο είπα και με κοίταξες σαν χαμένος.Το μυαλό σου καταπονημένο δεν απορρόφησε ούτε λέξη.Μου'πες οτι είμαι το πιο όμορφο κορίτσι στον κόσμο.Η φίλη μου μου ψιθύρισε στο αυτί ¨αυτό λέει σε όλες¨.Πιο καλά,γιατί είχα ακούσει πως έχει μοναξιά στην κορυφή.Έτσι,θα'μαστε πολλές.Δεν θα γίνει,δεν θα μ'έχεις,στο είπα σε τρεις διαφορετικές γλώσσες για να το εμπεδώσεις.Έφυγες σκεπτικός.Μόνο να 'ξερες πως σου πάνε τα μπλε.Πόσο μου πάνε και μένα.Ακόμα κι οι καουμπόυσσες μελαγχολούν.Ακόμα και τα κορίτσια που ζουν σε μικρές πόλεις και κάνουν παιδιά απ'τα δεκάξι μελαγχολούν.Ακόμα και τα κορίτσια που ζουν σε μεγάλες,χαώδεις πόλεις και παίρνουν κάθε μέρα λαχανιασμένες το μετρό μελαγχολούν.Ακόμα και τα κορίτσια που ζουν την μία εποχή σε μια πόλη και την άλλη εποχή-δεν τις προλαβαίνεις-ζουν σε άλλη πόλη μελαγχολούν.Κι αυτοί που ερωτεύονται κάποιο από τα παραπάνω κορίτσια,αυτοί σ΄το λέω,μελαγχολούν περισσότερο απ'όλους.
Τρίτη 13 Μαΐου 2014
cherchez la femme
Ψάξε το κορίτσι.Ψάξτο τώρα ,πριν να είναι αργά.Πριν φύγει πάλι,πριν σου την κάνει,πριν πάρει πλοία,τρένα,αεροπλάνα κι αρχίσει να ξεχνά.Σου δίνει περιθώριο,τα μάτια της σου λένε να μην την αφήσεις πάλι να φύγει.Μα δεν καταλαβαίνεις πια;Προτού μπουν τα τελευταία πλυντήρια,προτού ανοιχτεί το φερμουάρ της βαλίτσας,προτού αρχίσει η ανυπομονησία του ταξιδιού,προτού κλειστούν τα εισιτήρια,προτού χτυπήσει το τηλέφωνο σε κάποια πόλη και ακουστεί το ''έρχομαι'',προτού ακολουθήσει πάλι τη γνωστή διαδικασία,πρώτα σου είπε με τη γλώσσα τη διεθνή-για να μην πεις πως δεν κατάλαβες-τη γλώσσα του σώματος,σου είπε:Μόνο εσύ θα με έκανες να μείνω.Άτιμε,ψάξε το κορίτσι,γιατί άρχισε κιόλας να ξεχωρίζει τα μαύρα απ'τα χρωματιστά..
Τετάρτη 9 Απριλίου 2014
Massive panic attack
Την φόρεσε και τράβηξε τα κορδόνια.Ο αέρας πήρε μια τούφα και την απίθωσε στο πρόσωπο,σαν μουστάκι.Με το χέρι την πήγε πίσω και τόλμησε να γελάσει.Αυτό που λένε ''μου κόπηκε το αίμα'',η πιό οικεία αίσθηση.Το στομάχι τέντωνε,ιδρώτας έτρεχε από παντού,τα χέρια και τα πόδια,πρώτα μυρμήγκιαζαν κι έπειτα μούδιαζαν εντελώς.Ανικανότητα κινήσεων.Η όραση θόλωνε σαν του μεθυσμένου,δεν μπορούσε να εστιάσει πουθενά.Τ'αυτιά της,λες και είχε από ώρα τέρμα τη μουσική,βούιζαν,αποκλείοντας τελείως κάθε χρήσιμο ήχο,μόνο βουητό σαν από χαλασμένη τηλεόραση.Άντε πάλι,κολλήσαμε στο ίδιο κανάλι.Και παίζει και κακή ταινία,όχι τίποτε..
Fluff
Μονάχοι λέει
Σχεδόν αόρατοι
Σαν χνούδια
Ανεπαίσθητοι
Φρίκη χαραγμένη
Αόρατοι λέει
Τετελεσμένη απόφαση
Αρνούμαι
Ρουφάει ο σωλήνας
τα παίρνει μέσα του
Καμία άρνηση
Δεκτή
Σχεδόν αόρατοι
Σαν χνούδια
Ανεπαίσθητοι
Φρίκη χαραγμένη
Αόρατοι λέει
Τετελεσμένη απόφαση
Αρνούμαι
Ρουφάει ο σωλήνας
τα παίρνει μέσα του
Καμία άρνηση
Δεκτή
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)