Τα μάτια σου χιόνιζαν μες στο κατακαλόκαιρο.Τις περισσότερες μέρες έψαχνα να βρω το βλέμμα σου,άλλα δεν πιανόσουν από πουθενά.Ατένιζες τον ορίζοντα,μα δεν εστίαζες κάπου.Μου μίλησες και η ανάσα σου απέπνεε Ευρώπη.Κανένας σαν εσένα δε μένει σ'αυτή την καταραμένη χώρα για πολύ.Κάποια βράδια γινόμουν η μούσα σου κι ήλπιζα να παίξεις το παιχνίδι.Έγραφες με σπρέυ το όνομα και την ηλικία μου,κι έπειτα τα έσβηνες και έμενα ανώνυμη και άσπιλη σαν άγραφο χαρτί.Κάποια απογεύματα πάλι,κυλούσες στα πλακόστρωτα,σκαρφάλωνες στις ράμπες και μου'δινες επίπονες ελπίδες.Με το πέρας τών μήνων,θα σου βρέχει ασταμάτητα τους καμβάδες το ψιλόβροχο.Και ποτέ δε θα μάθεις ευτυχώς αυτά που μου προκάλεσες,τις ανομβρίες που με μούδιαζαν μερικά πρωινά και τις πλημμύρες που μου ξέσκιζαν τις νύχτες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου